Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  33
Θέμα: Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνικόν Ἔθνος
Πρός
τόν Ἱ¬ε¬ρόν Κλῆ¬ρον
καί τόν εὐ¬σε¬βῆ λα¬όν
τῆς  κα¬θ’ ἡ¬μᾶς Ἱ¬ε¬ρᾶς Μη¬τρο¬πό¬λε¬ως

Χριστιανοί μου!
Ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τό θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία κατενίκησε ὅλες τίς αἱρέσεις καί στερεώθηκε γιά πάντα. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα καὶ τιμάει αὐτὰ ποὺ οἱ Προφῆτες εἶδαν καὶ γνώρισαν. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα οἱ Ἀπόστολοι δίδαξαν, αὐτὰ τὰ ὁποῖα οἱ διδάσκαλοι δογμάτισαν καὶ ἡ οἰκουμένη συμφώνησε. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔκαναν τὴν χάρη νὰ λάμψει καὶ νὰ παρουσιασθεῖ ἡ ἀλήθεια. Ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας καί τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὀντολογικό συστατικό στήν μακραίωνη πορεία καί στήν ταυτότητα τοῦ Ἔθνους μας.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ¬κλη¬σί¬α ἀ¬πο¬τε¬λεῖ τό πνευ¬μα¬τι¬κό στέ¬γα¬στρο τῆς Ἑλ¬λά¬δος, ὑ-πό τήν προ¬στα¬τευ¬τι¬κή σκέ¬πη τοῦ ὁ¬ποί¬ου δι¬ε¬φυ¬λά¬χθη ἀ¬πό ἰ¬σχυ¬ρούς καύ¬σω¬νες καί κα¬ταρ¬ρα¬κτώ¬δεις ὑ¬ε¬τούς ἡ ζω¬ή καί ἡ ἀ¬κε¬ραι¬ό¬τη¬τα τοῦ Ἔ¬θνους μας. Αὐ¬τή ἀ-πε¬κά¬λυ¬ψε στούς Ἕλ¬λη¬νες «ὅν, ἀ¬γνο¬οῦ¬ντες, ηὐ¬σέ¬βουν», συ¬νε¬τέ¬λε¬σε στή δι¬α¬μόρ-φω¬ση τοῦ ὑ¬περ¬χι¬λι¬ε¬τοῦς Βυ¬ζα¬ντι¬νοῦ Πο¬λι¬τι¬σμοῦ, ὑ¬πῆρ¬ξε ἡ μό¬νη κα¬τα¬φυ¬γή καί τό μό¬νο στή¬ρι¬γμα στούς ζο¬φε¬ρούς χρό¬νους τῆς δου¬λεί¬ας, ἐ¬νέ¬πνευ¬σε καί εὐ¬λό-γη¬σε τόν ἱ¬ε¬ρό ἀ¬γῶ¬να τῆς πα¬λιγ¬γε¬νε¬σί¬ας. Αὐ¬τή εἶ¬ναι ὁ κα¬τ’ ἐ¬ξο¬χήν πα¬ρά¬γων ἑ-νό¬τη¬τας τοῦ ἐ¬λευ¬θέ¬ρου Ἑλ¬λη¬νι¬κοῦ Κρά¬τους, ὁ βα¬σι¬κώ¬τε¬ρος φο¬ρέ¬ας κοι¬νω¬νι¬κῆς- φι¬λαν¬θρω¬πι¬κῆς δι¬α¬κο¬νί¬ας, ἡ ἀ¬νε¬ξά¬ντλη¬τη πη¬γή ἐ¬μπνεύ¬σε¬ως τῆς τέ¬χνης, τό στα¬θε¬ρό θε¬μέ¬λι¬ο τῶν ἀν¬θρω¬πι¬στι¬κῶν δι¬α¬τά¬ξε¬ων τῆς δι¬και¬ο¬σύ¬νης, ἡ κα¬θο¬ρι¬στι-κή συ¬νερ¬γά¬τι¬δα στό ἔρ¬γο τῆς Ἐ¬θνι¬κῆς μας Παι¬δεί¬ας.
Μέ αὐ¬τά τά δε¬δο¬μέ¬να ἐ¬πι¬θυ¬μοῦ¬με νά κα¬τα¬θέ¬σου¬με ὡς πνευ¬μα¬τι¬κός πατέρας τοῦ Ὀρθοδόξου Χιακοῦ Λα¬οῦ, ἀλ¬λά καί ὡς ἐ¬λεύ¬θε¬ρος Ἕλ¬λη¬ν πο¬λί¬της τῆς Ἑλ¬λη¬νι¬κῆς Δη¬μο¬κρα¬τί¬ας, τίς σκέ¬ψεις μας καί τίς θέ¬σεις μας γιά τόν ρόλο τῆς Ὀρθοδοξίας στό Ἔθνος μας. Καί οἱ θέ¬σεις αὐ¬τές θά στη¬ρί¬ζον¬ται στήν ἱ¬στο¬ρι-κή μας ἐ¬μπει¬ρί¬α, ἀλ¬λά καί στό σε¬βα¬σμό τῶν ἀρ¬χῶν καί τῶν ἀ¬ξι¬ῶν τῆς συ¬ντρι-πτι¬κῆς πλει¬ο¬ψη¬φί¬ας τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬κοῦ Λα¬οῦ, ὁ ὁ¬ποῖ¬ος εἶ¬ναι ἡ πη¬γή κά¬θε ἐ¬ξου¬σί¬ας στό πο¬λί¬τευ¬μα τῆς Χώ¬ρας μας.
Ἡ συ¬ζυ¬γί¬α τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬κοῦ Ἔ¬θνους καί τῆς Ὀρθοδοξίας δέν ἀ¬νή¬κει μό¬νο στό πα¬ρελ¬θόν. Ἡ Ἑλ¬λη¬νορ¬θό¬δο¬ξη Πα¬ρά¬δο¬ση ἐ¬ξα¬κο¬λου¬θεῖ νά ἀ¬πο¬τε¬λεῖ γι¬ά τόν Ἑλ-λη¬νι¬σμό τή με¬γί¬στη δύ¬να¬μη, μέ τήν ὁ¬ποί¬α εἶ¬ναι δυ¬να¬τόν νά ἀ¬ντι¬με¬τω¬πί¬ζει τά προ¬βλή¬μα¬τα ἀ¬πό τίς δι¬ε¬θνεῖς πο¬λι¬τι¬κές, κοι¬νω¬νι¬κο¬οι¬κο¬νο¬μι¬κές καί πνευ¬μα¬τι¬κές ἀ¬να¬κα¬τα¬τά¬ξεις. Ὅ¬σοι, τυ¬χόν, ἐ¬πι¬δι¬ώ¬κουν τήν ἀ¬πο¬κο¬πή τοῦ Ἔ¬θνους ἀ¬πό τίς ρί-ζες του καί τήν ἀ¬πο¬γύ¬μνω¬σή του ἀ¬πό τήν πνευ¬μα¬τι¬κή του πα¬νο¬πλί¬α ὄ¬χι μό¬νο ἔ-χουν πλή¬ρη ἄ¬γνοι¬α τῆς σπου¬δαι¬ό¬τη¬τας τῆς Ἑλ¬λη¬νορ¬θό¬δο¬ξης Πα¬ρά¬δο¬σης καί στή σύγ¬χρο¬νη ἐ¬πο¬χή, ἀλ¬λά καί εὑ¬ρί¬σκο¬νται ὑ¬πό τήν ἐ¬πί¬δρα¬ση ἀ¬να¬χρο¬νι¬στι¬κῶν ἐκ¬κλη¬σι¬ο¬λο¬γι¬κῶν προ¬ϋ¬πο¬θέ¬σε¬ων, οἱ ὁ¬ποῖ¬ες εἶ¬χαν δι¬α¬μορ¬φω¬θεῖ καί ἐ¬πι¬κρα¬τή¬σει στή Δύ¬ση ἀ¬πό τίς ἀρ¬χές τοῦ 19ου αἰ¬ῶ¬να. Καί ἐ¬νῶ ὅ¬σοι ὑ¬πο¬στη¬ρί¬ζουν αὐ¬τές τίς θέ¬σεις ἐ¬πι¬κα¬λοῦ¬νται ἀ¬ό¬ρι¬στες δι¬α¬τυ¬πώ¬σεις τοῦ δι¬α¬νο¬η¬τῆ καί πι¬στοῦ χρι¬στι¬α¬νοῦ Ἀ¬δα¬μά¬ντι¬ου Κο¬ρα¬ῆ, εὑ¬ρι¬σκο¬μέ¬νου ὑ¬πό τήν ἐ¬πί¬δρα¬ση τῶν πνευ¬μα¬τι¬κῶν κι¬νή-σε¬ων πού ἐ¬πι¬κρα¬τοῦ¬σαν τό¬τε στή Δύ¬ση, ἀ¬πο¬σι¬ω¬ποῦν σκο¬πί¬μως, τήν ἐκ¬τί¬μη¬σή του ὅ¬τι οἱ Κλη¬ρι¬κοί εἶ¬ναι «οἱ πνευ¬μα¬τι¬κοί ἡ¬γού¬με¬νοι τοῦ Λα¬οῦ, τε¬ταγ¬μέ¬νοι δι¬ά τήν ἠ¬θι¬κήν παι¬δεί¬αν τοῦ Γέ¬νους» καί τήν σύ¬στα¬σή του στόν κά¬θε Ἕλ¬λη¬να «νά μή ζη-τεῖ τήν σω¬τη¬ρί¬αν του πα¬ρά εἰς τήν ὁ¬ποί¬αν ἐ¬γεν¬νή¬θη καί ἐ¬βα¬πτί¬σθη Ἀ¬να¬το¬λι¬κήν Ἐκ¬κλη¬σί¬αν» (περ. ΝΕ¬Α Ε¬ΣΤΙ¬Α, Χρι¬στού¬γεν¬να 1983, σελ. 165). Ἄλ¬λω¬στε «Τό ὄ¬νο¬μα τῆς Ἑλ¬λά¬δος ἄ¬νευ τῆς Ὀρθοδοξίας δέν ἤ¬θε¬λεν ἴ¬σως ὑ¬πάρ¬χει σή¬με¬ρον ἤ ἐ¬ντός Βι-βλι¬ο¬θη¬κῶν καί εἰς σο¬φῶν τι¬νῶν ἀ¬να¬μνή¬σεις» (Σπ. Ζα¬μπέ¬λι¬ος).
Ση¬μα¬ντι¬κός εἶ¬ναι ὁ ρόλος τῆς Ὀρθοδοξίας καί  στή θρη¬σκευ¬τι¬κή καλ¬λι-έρ¬γει¬α τῶν μα¬θη¬τῶν. Ἡ παι¬δεία ἐ¬θε¬ω¬ρεῖ¬το ἀ¬νέ¬κα¬θεν ὡς ὑ¬πέρ¬τα¬τη ἀ¬ξί¬α τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬κοῦ Πο¬λι¬τι¬σμοῦ. Ὁ Πλού¬ταρ¬χος δι¬ε¬κή¬ρυσ¬σε ὅ¬τι «παι¬δεί¬α τῶν ἐν ἡ¬μῖν μό-νον ἔ¬στιν ἀ¬θά¬να¬τον καί θεῖ¬ον». Ὁ Ἅ¬γι¬ος Γρη¬γό¬ρι¬ος ὁ Θε¬ο¬λό¬γος συμ¬φω¬νεῖ λέ¬γο-ντας «οἶ¬μαι δέ πᾶ¬σιν ὁ¬μο¬λο¬γεῖ¬σθαι τῶν νοῦν ἐ¬χό¬ντων παί¬δευ¬σιν τῶν πα¬ρ’ ἡ¬μῖν ἀ-γα¬θῶν εἶ¬ναι τό πρῶ¬τον». Ἡ παι¬δεί¬α αὐ¬τή ὑ¬πῆρ¬ξε τό κα¬τ’ ἐ¬ξο¬χήν καύ¬χη¬μα τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬σμοῦ καί ἔ¬τυ¬χε πα¬γκο¬σμί¬ας ἀ¬να¬γνω¬ρί¬σεως ὡς Ἑλ¬λη¬νο¬ρθόδοξη, μα¬κράν τῆς ἀ¬νε¬πί¬τρε¬πτης κα¬πη¬λεί¬ας καί τῆς ἀ¬δι¬και¬ο¬λό¬γη¬της πο¬λε¬μι¬κῆς τοῦ ὅ¬ρου. Ἔ¬τσι ἡ Προ¬κή¬ρυ¬ξις τῆς Πε¬λο¬πον¬νη¬σι¬α¬κῆς Γε¬ρου¬σί¬ας (16.3.1822) ὁ¬ρί¬ζει ὅ¬τι «κά¬θε πε¬φω¬τι¬σμέ¬νη Δι¬οί¬κη¬σις ἔ¬χει χρέ¬ος νά φρον¬τί¬ζῃ δι¬ά τήν ἀ¬να¬τρο¬φήν τῶν πο¬λι¬τῶν¬ .¬.. κα¬θό¬τι δι’ αὐ¬τῶν ὁ ἄν¬θρω¬πος ¬.¬.. γνω¬ρί¬ζει τά κα¬θή¬κο¬ντά του πρός τόν Θε¬όν, πρός τήν πα¬τρί¬δα καί πρός τούς ὁ¬μοί¬ους του καί χει¬ρα¬γω¬γεῖ¬ται εἰς τήν ὁ¬δόν τῆς εὐ¬δαι-μο¬νί¬ας».
Τήν σύ¬ζευ¬ξη τῆς Ὀρθόδοξης Πί¬στης μέ τήν Πνευ¬μα¬τι¬κή πο¬ρεί¬α τοῦ Ἑλ¬λη¬νι-σμοῦ το¬νί¬ζει καί τό φι¬λε¬λεύ¬θε¬ρο πνεῦ¬μα τοῦ Γι¬ώρ¬γου Θε¬ο¬το¬κᾶ: «Ἡ ὀρ¬θό¬δο¬ξη χρι¬στι¬α¬νι¬κή πα¬ρά¬δο¬ση .¬.. ἔ¬χει πνευ¬μα¬τι¬κή καί ἠ¬θι¬κή ἀ¬ξί¬α ἀ¬νυ¬πο¬λό¬γι¬στη καί θά εἶ-ναι τε¬ρά¬στι¬α ἡ ζη¬μί¬α τοῦ ἔ¬θνους ἄν τήν ἀ¬φή¬σει ¬.¬.. νά χα¬θεῖ», ἐ¬φ’ ὅ¬σον γι¬ά τήν ση-με¬ρι¬νή Ἑλ¬λά¬δα «ἕ¬να θε¬με¬λι¬α¬κό γνώ¬ρι¬σμα τοῦ χα¬ρα¬κτή¬ρα της» εἶ¬ναι «ὅ¬τι εἶ¬ναι χώ¬ρα χρι¬στι¬α¬νι¬κή, δε¬μέ¬νη μά¬λι¬στα μέ τήν ἱ¬στο¬ρί¬α τοῦ χρι¬στι¬α¬νι¬σμοῦ ἀ¬πό τήν πρώ¬τη ὥ¬ρα». Ἕ¬νας ἐ¬κλε¬κτός πνευ¬μα¬τι¬κός ἄν¬δρας, ὁ πρῶ¬τος, με¬τά τήν με¬τα¬πο-λί¬τευ¬ση Πρό¬ε¬δρος τῆς Ἑλ¬λη¬νι¬κῆς Δη¬μο¬κρα¬τί¬ας, Μι¬χα¬ήλ Στα¬σι¬νό¬που¬λος, ἔ¬χει γρά¬ψει: «Μέ αὐ¬τό τό λα¬μπρόν ζεῦγμα τῶν δύ¬ο πνευ¬μα¬τι¬κῶν κό¬σμων (Ἑλ¬λη¬νι¬κοῦ καί χρι¬στι¬α¬νι¬κοῦ) εἶ¬χεν ἀρ¬χί¬σει ἡ πρώ¬τη με¬τά τήν ἀ¬νε¬ξαρ¬τη¬σί¬αν Ἑλ¬λη¬νι¬κή Παι-δεί¬α ¬.¬.. τά πρῶ¬τα σχο¬λι¬κά βι¬βλί¬α, πού ἐ¬ξε¬δό¬θη¬σαν δι¬ά νά εἰ¬σα¬χθοῦν εἰς τά ἐν μέ-σῳ κα¬τα¬πνι¬ζό¬ντων ἐ¬ρει¬πί¬ων λει¬τουρ¬γοῦ¬ντα πρῶ¬τα ἑλ¬λη¬νι¬κά σχο¬λεῖ¬α, ἦ¬σαν ἑλ¬λη-νι¬κά μα¬ζί καί χρι¬στι¬α¬νι¬κά. Συ¬νε¬ξε¬δί¬δο¬ντο εἰς ἑ¬νι¬αί¬ους τό¬μους οἱ μῦ¬θοι τοῦ Αἰ¬σώ-που μα¬ζί μέ τούς λό¬γους τοῦ Χρυ¬σο¬στό¬μου, ὁ Λου¬κι¬α¬νός μα¬ζί μέ τά ἔρ¬γα τοῦ Μεγάλου Βα¬σι¬λεί¬ου, ὁ Ξε¬νο¬φῶν καί ὁ Πλού¬ταρ¬χος καί ὁ Ἰ¬σο¬κρά¬της μα¬ζί μέ τόν πε¬ρί Ἱ¬ε¬ρω¬σύ¬νης λό¬γον τοῦ Γρη¬γο¬ρί¬ου τοῦ Θε¬ο¬λό¬γου. Αὐ¬τήν τήν προ¬σή¬λω¬σιν ἦλ¬θε νά ἐ¬πι¬κυ¬ρώ¬σῃ μέ στα¬θε¬ρό¬τη¬τα ὕ¬στε¬ρα ἀ¬πό ἕ¬να πλέ¬ον αἰ¬ῶ¬να τό ἑλ¬λη¬νι¬κόν Σύ-νταγ¬μα τοῦ 1952 ὁ¬ρί¬ζον εἰς τό ἄρ¬θρον 16 ὅ¬τι θε¬μέ¬λι¬ον τῆς ἑλ¬λη¬νι¬κῆς ἐκ¬παι¬δεύ¬σε-ως εἶ¬ναι τά ἰ¬δα¬νι¬κά τοῦ ἑλ¬λη¬νο¬χρι¬στι¬α¬νι¬κοῦ πο¬λι¬τι¬σμοῦ. Καί τό Ν.Δ. 4379/24.10.1964 ὁ¬ρί¬ζει ὅ¬τι ‘‘σκο¬πός τοῦ Γυ¬μνα¬σί¬ου εἶ¬ναι ἡ θρη¬σκευ¬τι¬κή ἀ¬γω¬γή τῶν μα¬θη¬τῶν κα¬τά τά δό¬γμα¬τα καί δι¬δά¬γμα¬τα τῆς Ὀρ¬θο¬δό¬ξου Χρι¬στι¬α¬νι¬κῆς Θρη¬σκεί-ας¬.¬.¬. εἰς τό Λύ¬κει¬ον οἱ μα¬θη¬ταί πρέ¬πει νά ἐμ¬βα¬θύ¬νουν εἰς τό πνεῦ¬μα τοῦ χρι¬στι¬α¬νι-σμοῦ καί νά κα¬τα¬νο¬ή¬σουν τόν ρό¬λον τῆς Ὀρ¬θο¬δο¬ξί¬ας εἰς τήν ἱ¬στο¬ρί¬αν τοῦ Ἐλ¬λη¬νι-κοῦ Ἔ¬θνους καί νά με¬λε¬τή¬σουν καί νά ἐ¬κτι¬μή¬σουν τήν ἀ¬ξί¬αν τῆς ἀρ¬χαί¬ας ἑλ¬λη¬νι-κῆς καί τῆς χρι¬στι¬α¬νι¬κῆς Γραμ¬μα¬τεί¬ας καί Τέ¬χνης’’. Ἡ ζω¬ντα¬νή αὐ¬τή φω¬νή τοῦ προ¬σφά¬του τού¬του νο¬μο¬θε¬τή¬μα¬τος, ἐ¬πι¬βε¬βαι¬ώ¬νει ἀ¬κό¬μη μί¬αν φο¬ράν ὅ¬τι τό πνεῦ¬μα τό ἑλ¬λη¬νι¬κόν, ὑ¬πό τήν ἐκ¬δή¬λω¬σίν του τήν ἑλ¬λη¬νο¬χρι¬στι¬α¬νι¬κήν, κα¬τώρ¬θω¬σε νά ἐ¬πι-ζή¬σῃ ἀ¬κμαῖ¬ον ὄ¬χι μό¬νον ἀ¬πό τήν φο¬βε¬ράν δου¬λεί¬αν ἀλ¬λά καί ἀ¬πό τό πνεῦ¬μα τοῦ ὑ-λι¬σμοῦ τοῦ 19ου αἰ¬ῶ¬νος, καί ἀ¬πό τήν δε¬σπο¬τεί¬αν τῆς μη¬χα¬νῆς κα¬τά τάς ἀρ¬χάς τοῦ 20οῦ αἰ¬ῶ¬νος καί ἐ¬πι¬ζεῖ θρι¬αμ¬βευ¬τι¬κά ὑ¬πό τήν συ¬ντρι¬πτι¬κήν τε¬χνο¬κρα¬τί¬αν τῆς πα-ρού¬σης ἐ¬πο¬χῆς, πού προ¬κα¬λεῖ τό¬σον δέ¬ος εἰς τούς ὑ¬περ¬μά¬χους τοῦ πνεύ¬μα¬τος». (Μ.Δ. Στα¬σι¬νο¬πού¬λου «Ἡ δύ¬σις τοῦ ἀρ¬χαί¬ου κό¬σμου καί ἡ συ¬νά¬ντη¬σίς του μέ τόν χρι¬στι¬α¬νι¬σμόν» ΝΕ¬Α Ε¬ΣΤΙ¬Α, τ. 903, 15.2.1965).
Ἀ¬πό αὐ¬τές τίς μαρ¬τυ¬ρί¬ες εἶ¬ναι πρό¬δη¬λον ὅ¬τι ἡ ἱ¬ε¬ρή τρο¬φο¬δο¬σί¬α τῆς μα¬θη¬τι-ώσ¬σας νε¬ό¬τη¬τος ἀ¬πό τήν Ὀρ¬θο¬δο¬ξία ση¬μαί¬νει καί ἐ¬κτί¬μη¬ση στή χρι¬στι¬α¬νι¬κή πί-στη καί ἀ¬γά¬πη στό Λα¬ό μας. Καί τοῦ¬το γι¬ά τόν ἑ¬ξῆς λό¬γο: Κα¬τά τήν δι¬άρ¬κει¬α τῶν τεσ¬σά¬ρων αἰ¬ώ¬νων δου¬λεί¬ας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ¬κλη¬σί¬α εἶ¬χε ὑ¬πό τήν εὐ¬θύ¬νη της τίς ἀ¬να¬δει¬χθεῖ¬σες Σχο¬λές τοῦ Γέ¬νους καί τά ἀ¬νε¬πί¬ση¬μα Σχο¬λεῖ¬α τῶν Μο¬νῶν καί Ἐ¬πι¬σκο¬πῶν. Ἄν σ’ αὐ¬τά τά σχο¬λεῖ¬α ἐ¬χαλ¬κεύ¬ο¬ντο ἀ¬νε¬λεύ¬θε¬ρες συ¬νει¬δή¬σεις, τό¬τε πῶς ἐ¬φθά¬σα¬με στόν ἐ¬πι¬κό ἀ¬γῶ¬να τῆς ἐ¬λευ¬θε¬ρίας τοῦ 1821 καί στίς θυ-σί¬ες τό¬σων ἡ¬ρώ¬ων, οἱ ὁ¬ποῖ¬οι ἐ¬θυ¬σι¬ά¬σθη¬καν γι¬ά νά ζοῦ¬με ἐ¬μεῖς ἐ¬λεύ¬θε¬ροι;
Ἄλ¬λω¬στε, οἱ δε¬σμοί μέ τήν πα¬ρά¬δο¬ση καί μέ τά ἰ¬δα¬νι¬κά κά¬θε εὐ¬ρω¬πα¬ϊ¬κῆς χώ¬ρας ἀ¬να¬νε¬ώ¬νο¬νται συ¬νε¬χῶς στίς συ¬νει¬δή¬σεις τῶν ἐκ¬παι¬δευ¬ο¬μέ¬νων μα¬θη¬τῶν τῆς δη¬μο¬τι¬κῆς καί μέ¬σης ἐκ¬παί¬δευ¬σης. Τέ¬τοι¬οι σκο¬ποί δέν θυ¬σι¬ά¬ζο¬νται πο¬τέ στά ἀ¬κα¬θό¬ρι¬στα πλαί¬σι¬α μι¬ᾶς γε¬νι¬κῆς ἐ¬λευ¬θε¬ρί¬ας, ἡ ὁ¬ποί¬α συ¬νή¬θως με¬τα-πί¬πτει σέ ἀ¬πει¬θαρ¬χί¬α καί ἀ¬συ¬δο¬σί¬α ὅ¬σων δέν μπο¬ροῦν νά ἐ¬κτι¬μή¬σουν καί νά ἀ¬ξι¬ο¬ποι¬ή¬σουν τό μέ¬γι¬στο αὐ¬τό ἀ¬γα¬θό τῆς ἀν¬θρώ¬πι¬νης ζω¬ῆς. Ἔ¬τσι εἶ¬ναι ἀ¬πα¬ραί¬τη¬τη ἡ Ὀρθόδοξη θρη¬σκευ¬τι¬κή ἀ¬γω¬γή τῶν παι¬δι¬ῶν μας κα¬θώς τά δι¬δά-σκει τήν ἀ¬λή¬θει¬α τῆς ἐ¬λευ¬θε¬ρί¬ας. Οἱ ἀ¬ντί¬θε¬τοι ζη¬τοῦν νά θρέ¬ψου¬με τά παι¬δι¬ά μας μέ τά ψεύ¬δη τῆς ἐ¬φή¬με¬ρης ζω¬ῆς τοῦ ὑ¬λι¬σμοῦ καί τῆς ἀ¬συ¬δο¬σί¬ας. Ἡ Ὀρθόδοξη Πί¬στη μας ἀ¬ξι¬ο¬λο¬γεῖ τόν ἄν¬θρω¬πο ὡς ψυ¬χή καί πρό¬σω¬πο καί προ-σπα¬θεῖ νά δη¬μι¬ουρ¬γή¬σει ὑ¬πεύ¬θυ¬νες καί ὁ¬λο¬κλη¬ρω¬μέ¬νες προ¬σω¬πι¬κό¬τη¬τες πού θά εἶ¬ναι στο¬λί¬δι τῆς κοι¬νω¬νί¬ας. Δι¬δά¬σκει κα¬νό¬νες ζω¬ῆς, πρά¬ξε¬ως καί χά¬ρι¬τος, ἐ-νῶ οἱ ἀρ¬νη¬τές της προ¬βάλ¬λουν τυ¬χάρ¬πα¬στα πρό¬τυ¬πα ζω¬ῆς, γε¬μά¬τα ἀ¬πό μη¬δε¬νι-σμό καί ἀ¬πο¬γο¬ή¬τευ¬ση. Καί ἐ¬νῶ ἡ Ὀρθόδοξη πί¬στη σέ¬βε¬ται τό ἀν¬θρώ¬πι¬νο σῶ¬μα, ὡς κα¬τοι¬κη¬τή¬ρι¬ο τοῦ Ἁ¬γί¬ου Πνεύ¬μα¬τος, οἱ δι¬ά¬φο¬ροι ἐκ¬συγ¬χρο¬νι¬σταί τό ἔ¬κα¬ναν σύμ¬βο¬λο ἐ¬ξευ¬τε¬λι¬σμοῦ καί κα¬τα¬πτώ¬σε¬ως.
Τήν σχέ¬ση αὐ¬τή με¬τα¬ξύ τῆς Ὀρ¬θο¬δό¬ξου Πα¬ρα¬δό¬σε¬ως καί τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬σμοῦ, ἐπε¬σή¬μα¬νε χα¬ρα¬κτη¬ρι¬στι¬κά ὁ Χρῆστος Θη¬βαῖ¬ος, Εἰ¬ση¬γη¬τής στήν Ἐ¬πι¬τρο¬πή Ἀ-να¬θε¬ω¬ρή¬σε¬ως τοῦ Συ¬ντά¬γμα¬τος τῆς Δ΄ Ἀ¬να¬θε¬ω¬ρη¬τι¬κῆς Βου¬λῆς: «ὁ κα¬θο¬ρι¬σμός τῆς ἐ¬πι¬κρα¬τού¬σης θρη¬σκεί¬ας τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬κοῦ Κρά¬τους ὑ¬περ¬βαί¬νει τήν δύ¬να¬μιν οἱ-ασ¬δή¬πο¬τε ἐ¬θνι¬κῆς συ¬νε¬λεύ¬σε¬ως, δι¬ό¬τι ἀ¬πο¬τε¬λεῖ ἡ ὀρ¬θό¬δο¬ξος πί¬στις συ¬στα¬τι¬κόν στοι¬χεῖ¬ον τῆς ψυ¬χο¬συν¬θέ¬σε¬ως τοῦ Ἕλ¬λη¬νος καί ἱ¬στο¬ρι¬κόν δε¬δο¬μέ¬νον ἀ¬πα¬ρα¬σά¬λευ-τον. Τό¬σον δέ τοῦ¬το ἐ¬θε¬ω¬ρή¬θη ἀ¬ναμ¬φι¬σβή¬τη¬τον, ὥ¬στε τά ἑλ¬λη¬νι¬κά ἐ¬πα¬να¬στα¬τι¬κά συ¬ντά¬γμα¬τα ὡς γνώ¬ρι¬σμα τοῦ Ἕλ¬λη¬νος ἔ¬θε¬σαν τήν Χρι¬στι¬α¬νι¬κήν θρη¬σκεί¬αν».
Ἄν, λοι¬πόν, δέν θά εἶ¬χε καμ¬μι¬ά ἰ¬σχύ, ἀ¬πό¬φα¬ση νά κα¬τε¬δα¬φι¬σθεῖ ὁ Παρ¬θε¬νώ-νας, πο¬λύ φο¬βε¬ρώ¬τε¬ρος θά ἦ¬ταν ὁ θρη¬σκευ¬τι¬κός ἀ¬πο¬χρω¬μα¬τι¬σμός τῆς Ἑλ¬λη¬νι-κῆς παι¬δεί¬ας.
Σ’ αὐ¬τή τή κατεύθυνση προ¬στί¬θε¬νται οἱ ἀ¬να¬ρί¬θμη¬τες φω¬νές τῶν ἡ¬ρώ¬ων καί τῶν μαρ¬τύ¬ρων τῆς Ἐκ¬κλη¬σί¬ας καί τοῦ Ἔ¬θνους μας, τῶν Με¬γά¬λων Πα¬τέ¬ρων καί Δι¬δα¬σκά¬λων τοῦ Γέ¬νους καί ὅ¬λων ἐ¬κεί¬νων οἱ ὁ¬ποῖ¬οι συ¬νέ¬θε¬σαν τήν με¬γα¬λει¬ώ¬δη ἐ¬πο¬ποι¬ί¬α τοῦ Ἑλ¬λη¬νι¬σμοῦ καί ὡς ὄρ¬γα¬να τοῦ Ἁ¬γί¬ου Πνεύ¬μα¬τος δι¬ε¬μόρ¬φω¬σαν τόν πο¬λυ¬τι¬μώ¬τε¬ρο θη¬σαυ¬ρό τῆς ἀν¬θρω¬πό¬τη¬τας, τήν ἑλ¬λη¬νορ¬θό¬δο¬ξη πα¬ρά¬δο¬ση. Γι’ αὐ¬τό γιά τήν πορεία μας «Κρι¬ταί θά μᾶς δι¬κά¬σουν οἱ ἀ¬γέν¬νη¬τοι καί οἱ νε-κροί». Ἐ¬μεῖς θέ¬λου¬με τό Ἔ¬θνος μας νά προ¬ο¬δεύ¬ει, τό λα¬ό μας νά εἶ¬ναι ἑ¬νω¬μέ-νος, τήν Ὀρθόδοξη  Ἐκ¬κλη¬σί¬α νά δέ¬χε¬ται τόν σε¬βα¬σμό τῶν ἄλ¬λων, ὅ¬πως καί ἐ-κεί¬νη σέ¬βε¬ται καί στη¬ρί¬ζει ὅ¬λους. «Τοῦ¬το οὖν λέ¬γω καί μαρ¬τύ¬ρο¬μαι ἐν Κυ¬ρίῳ, μη-κέ¬τι ὑ¬μᾶς πε¬ρι¬πα¬τεῖν,  κα¬θώς καί τά λοι¬πά ἔ¬θνη πε¬ρι¬πα¬τεῖ ἐν ματαιότητι τοῦ νοός αὐτῶν, ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ, ὄντες ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, διά τήν ἄγνοιαν τήν οὖσαν ἐν αὐτοῖς, διά τήν πώρωσιν τῆς καρδίας αὐτῶν»(Ἐφεσ. δ΄ 17).
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2018                   
Μέ πατρικές εὐχές





+Ο ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ & ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ ΜΑΡΚΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου